ΑΡΘΡΟγραφία

| Άρθρο του Ναπολέων Λιναρδάτου

Τελικά η κυβέρνηση Τσίπρα δεν έχει τις ιδεολογικές αγκυλώσεις που νομίζαμε ότι είχε. Εχει αρχίσει να αποδέχεται τον ρόλο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι αυτή η αποδοχή της ιδιωτικής πρωτοβουλίας περιορίζεται αυστηρά στον τομέα της εγκληματικότητας. Η εγκληματικότητα είναι ο μόνος τομέας της οικονομίας που γνωρίζει άνθηση. 

Τελικά την 85χρονη την έκαψαν με σίδερο ληστές που είχαν αποφυλακιστεί πρόωρα με τον νόμο Παρασκευόπουλου. Η υπόθεση έχει περισσότερο ενδιαφέρον, μιας και οι συγκεκριμένοι δράστες ήταν λαθρομετανάστες. Όχι μόνο κανένας δεν εμπόδισε την είσοδό τους στην Ελλάδα, αλλά και κανένας δεν τους έστειλε πίσω, όταν διέμεναν εδώ. Αργότερα, όταν διέπραξαν εγκλήματα, το ελληνικό κράτος τούς έδωσε ουσιαστικά συμβολικές ποινές. Αλλά ούτε τις συμβολικές ποινές δεν θα εκτίσουν, γιατί ο νόμος Παρασκευόπουλου θα τους αφήσει ελεύθερους πολύ νωρίτερα.

Βέβαια, μετά την αποφυλάκισή τους κανένας δεν θα αποπειραθεί να τους απελάσει. Τι κι αν μπήκαν παράνομα στη χώρα, τι κι αν διέπραξαν εγκλήματα, τίποτα από όλα αυτά δεν μπόρεσε να αλλάξει τη στάση του κράτους. Με τον νόμο Παρασκευόπουλου θα αποφυλακιστεί και ο Γεωργιανός Ρομπέρτο Σοχακιάν, ο οποίος με τη νεοαποκτηθείσα ελευθερία του θα βρεθεί στη Νεάπολη Θεσσαλικής, όπου θα δολοφονήσει έναν 27χρονο κοσμηματοπώλη. Θα αποφυλακιστούν και επτά Γεωργιανοί, οι οποίοι θα μεταβούν στην Υδρα και εκεί θα δολοφονήσουν τον εστιάτορα Μανώλη Οικονόμου. Στο ρεπορτάζ του εγκλήματος θα διαβάσουμε: «Οι αστυνομικοί, όταν συνέλαβαν τους δύο από τους επτά Γεωργιανούς, βρήκαν τα αποφυλακιστήρια στις τσέπες τους...»

Η λίστα με τα ονόματα των θυμάτων του νόμου Παρασκευόπουλου διαρκώς αυξάνεται. Αυτό που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι η πλήρης απάθεια της πολιτικής τάξης και των ΜΜΕ γι' αυτό το θέμα. Η τιμωρία του εγκλήματος θεωρείται μια δεισιδαιμονία του παρελθόντος. Υπάρχει βέβαια η εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα. Αν, για παράδειγμα, τα κίνητρα του εγκλήματος είναι ρατσιστικά και το θύμα δεν είναι Ελληνας, τότε φυσικά η τιμωρία του εγκλήματος για την πολιτική τάξη είναι κάτι περισσότερο από αναγκαία. Επίσης, η πολιτική τάξη, που γενικά δεν φαίνεται να έχει κανένα ιδιαίτερο θέμα με δολοφονίες, βιασμούς, κλοπές και ξυλοδαρμούς, είναι ιδιαιτέρως πρόθυμη να τιμωρήσει και να αστυνομεύσει πολιτικές απόψεις που δεν είναι της αρεσκείας της. 

Από την ανοχή στο έγκλημα μέχρι και την αστυνόμευση των πολιτικών απόψεων η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς είναι κάτι περισσότερο από προφανής. Βέβαια, η κύρια αιτία αυτής της ηγεμονίας είναι η παντελής απουσία ενός δεξιού αντιλόγου. Είναι απόλυτα φυσικό η Αριστερά να βάζει γκολ, όταν παίζει τους πολιτικούς αντιπάλους της μονότερμα. Τα περισσότερα δε τέρματα είναι αυτογκόλ.

| Άρθρο του Ναπολέων Λιναρδάτου

Τον Αύγουστο η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Ελένη Αυλωνίτου, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την αδυναμία του κόμματός της για ολοκληρωτικά καθεστώτα, δήλωσε: «Αν ήσουν με το καθεστώς, δεν σε πείραζαν ποτέ». Ακούγοντας αυτή τη δήλωση θυμήθηκα την πολιτική των ποσοστώσεων που εφάρμοζαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα στη Ρωσία και την Κίνα.

Ανά διαστήματα ερχόταν η εντολή από τα κεντρικά, όπου ο υπεύθυνος κάθε τομέα έπρεπε να βρει ένα συγκεκριμένο ποσοστό αντεπαναστατών. Αν είχες, για παράδειγμα, 100 εργαζομένους υπό την εποπτεία σου και η εντολή σού έδινε μια ποσόστωση του 10%, έπρεπε οπωσδήποτε να βρεις 10 αντεπαναστάτες. Αν δεν τους «έβρισκες», δεν είχες παρά να προσθέσεις το δικό σου όνομα στη λίστα.

Δηλαδή κάποιος μπορούσε να εκτοπιστεί, να βασανιστεί ή και να εκτελεστεί μόνο και μόνο επειδή ένας ανώτερός του χρειάστηκε να συμπληρώσει μια λίστα με ονόματα. Κάτι σαν λοταρία ιδιαίτερα αρνητικών συνεπειών. Ισως το όνομα στη λίστα να βρέθηκε επειδή απλά ο προϊστάμενος σε αντιπαθούσε ή γιατί φαίνεται ότι αργούσες περισσότερο από κάθε άλλον στη δουλειά. Ή επειδή ο προϊστάμενος αποφάσισε να αποφύγει την ενοχή της συνειδητής επιλογής και το δάχτυλο έπεσε τυχαία πάνω στο όνομά σου.

Σκοπός βέβαια μέτρων όπως το παραπάνω δεν ήταν τίποτε περισσότερο από την καλλιέργεια φόβου. Ο φόβος ήταν το κυρίαρχο νομιμοποιητικό μέσο για τη διατήρηση στην εξουσία του κομμουνιστικού κόμματος. Ο τρόμος ότι πολύ εύκολα θα μπορούσες να κατηγορηθείς ως αντεπαναστάτης αυτομάτως σε οδηγούσε να προσπαθείς μανιωδώς να συμπεριφέρεσαι με έναν τρόπο που να μην επιτρέπει και την παραμικρή αμφιβολία για την αφοσίωση και πίστη σου στο σύστημα και στους λειτουργούς του.

Στη Ρωσία παρουσιάστηκε το εξής πρόβλημα: Σε ομιλίες του Στάλιν ή άλλων κομματικών αξιωματούχων κανείς δεν ήθελε να είναι ο πρώτος που σταματά να χειροκροτεί. Αν ήσουν ο πρώτος που σταματούσε το χειροκρότημα, υπήρχε ο υπαρκτός κίνδυνος στον υπαρκτό σοσιαλισμό να βρεθείς σε λίστα αντεπαναστατών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το χειροκρότημα να κρατάει επί μακρόν. Οι ηλικιωμένοι άρχιζαν να λιποθυμούν, οι εγκυμονούσες έτρεμαν και έχαναν την ισορροπία τους. Σύντομα το κομμουνιστικό κόμμα εφηύρε τη λύση. Ο ήχος από ένα κουδούνι ειδοποιούσε το ενθουσιώδες κοινό ότι μπορούσε πλέον να σταματήσει να χειροκροτά.

Ενα από τα μειονεκτήματα του κομμουνισμού είναι ότι ποτέ δεν εφηύρε ένα κουδούνι που να σταματά το χειροκρότημα της ελληνικής Αριστεράς. Εκατό χρόνια και 100.000.000 θύματα μετά, οι προοδευτικές δυνάμεις της Ελλάδας συνεχίζουν το χειροκρότημα. Χρήσιμοι ηλίθιοι εις το διηνεκές. Αλλά τουλάχιστον οι κόκκινοι δήμιοι είχαν καλές προθέσεις.

| Άρθρο του Ναπολέων Λιναρδάτου

Κάτι τρέχει όταν κανείς δεν θέλει να ασχοληθεί με το οφθαλμοφανές. Για παράδειγμα, τι είναι αυτό που κάνει τα κόμματα, τα οποία κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να περιορίσουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του πολίτη, να είναι τα ίδια οι πιο ένθερμοι οπαδοί και προωθητές του δικαιωματισμού;

Εκ πρώτης όψεως δημιουργείται η εντύπωση μιας αντίφασης. Γιατί, για παράδειγμα, τα κόμματα που θεσπίζουν νόμους λογοκρισίας, οι οποίοι κατάφωρα καταπατούν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, δείχνουν επίσης έναν τεράστιο ενθουσιασμό για τη δημιουργία εκατοντάδων νέων δικαιωμάτων;

Τα δικαιώματα στα οποία στηρίχθηκε η ανάπτυξη της σύγχρονης δυτικής αστικής δημοκρατίας ήταν ορισμένα και είχαν όλα ένα βασικό χαρακτηριστικό: Περιόριζαν τις εξουσίες του κράτους, έβαζαν φραγμούς σε αυτά που η πολιτική τάξη μπορούσε να κάνει.

Δημιούργησαν ένα ιστορικά μοναδικό φαινόμενο, όπου ο πολίτης αποκτούσε την ελευθερία να δράσει, να δημιουργήσει και να εκφραστεί χωρίς να χρειάζεται τη συγκατάθεση της κρατικής εξουσίας. Η καθιέρωση αυτών των δικαιωμάτων, όπως η ελευθερία του λόγου και η ιδιοκτησία, υπονοούσε ότι το άτομο μπορεί να σκέφτεται και να δρα λογικά, να είναι ανεξάρτητο και να μπορεί να συνεργάζεται και να συνδιαλέγεται με άλλα άτομα του κοινωνικού συνόλου χωρίς τον φόβο ή την προτροπή της κρατικής εξουσίας.

Η ηθική και υλική αυτάρκεια του ατόμου μέσω της ελεύθερης συνεργασίας και της συναλλαγής με άλλα άτομα δεν ήταν απλώς επιτρεπτή αλλά ο σκοπός της κοινωνικής οργάνωσης, αφού ταυτόχρονα δημιουργούσε έναν μέγιστο δυνατό βαθμό ελευθερίας, ευημερίας και τάξης. Ο δικαιωματισμός αντιπροσωπεύει κάτι εντελώς διαφορετικό.

Ουσιαστικά, τα «δικαιώματα» που δημιουργεί ο δικαιωματισμός επιτρέπουν την εξάπλωση της κρατικής εξουσίας και δραστηριότητας σε όλους τους τομείς. Η ρητορική του δικαιωματισμού χρησιμοποιεί το λεξιλόγιο των θεμελιωδών δικαιωμάτων, προκειμένου να τα υποσκάψει. Δεν αντιλαμβάνεται τον πολίτη ως ένα ον που έχει τη δυνατότητα να σκέπτεται και να δρα ελεύθερα και ανεξάρτητα, αλλά ως ένα ον σε κατάσταση ατέρμονης εφηβείας, που χρήζει της προστασίας, της καθοδήγησης και του ελέγχου του κράτους «πατερούλη».

Ο δικαιωματισμός είναι η επιστροφή σε μια πρότερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης, όπου οι κρατούντες είχαν την εξουσία να ελέγχουν, να τιμωρούν ή να επιβραβεύουν κατά βούληση για τη διατήρηση και την επέκταση της δικής τους δύναμης. Διένειμαν «δικαιώματα», προκειμένου να εξαγοράσουν συνειδήσεις και να δημιουργήσουν συμμαχίες και πηγές εσόδων που είχαν ως αποκλειστικούς αποδέκτες τους ίδιους. Όταν οι δουλοπάροικοι άρχισαν να μετατρέπονται σε πολίτες, οι κρατούντες άρχισαν να χάνουν το προνόμιο να δημιουργούν «δικαιώματα». Δεν είναι τυχαίο που η πολιτική τάξη θέλει να επιστρέψει σε ένα παρελθόν όπου είχε έναν τόσο κυρίαρχο ρόλο. Η απληστία για εξουσία -και δη χωρίς όρια- είναι το χαρακτηριστικό κάθε κρατιστή πολιτικού.

| Άρθρο του Ναπολέων Λιναρδάτου

 

Η ελληνική πολιτική και δημοσιογραφική τάξη έμεινε άναυδη από τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών. Το κυρίως μέρος του σοκ και του δέους αφορούσε τον φόβο για το τι θα γίνει με την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη προς την Ελλάδα. Και εδώ, όταν λέμε αλληλεγγύη, εννοούμε το χρήμα που έρχεται στην Ελλάδα για να συντηρήσει την πολιτική τάξη και τα παρασιτικά συμφέροντα που τη στηρίζουν. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτή η αλληλεγγύη είναι ο κυρίαρχος, αν όχι ο μόνος εθνικός, στόχος, χάριν του οποίου θυσιάζεται η Ελλάδα.

Το δεύτερο μέρος του σοκ και του δέους προερχόταν από το γεγονός ότι η γερμανική οικονομία τα «πηγαίνει περίφημα». Στη μαρξιστική κοινωνιολογία που έχει επικρατήσει μεταπολιτευτικά στην Ελλάδα, το μόνο που πρέπει να ενδιαφέρει το πόπολο είναι το τι έχει λαμβάνειν. Οτιδήποτε άλλο, στην καλύτερη των περιπτώσεων, είναι ένα όπιο που αποπροσανατολίζει από το τι έχει λαμβάνειν. Οι Ευρωπαίοι υπήκοοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα να ασχολούνται με θέματα που είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των Αρχών, και συγκεκριμένα της γραφειοκρατικής πρωτοπορίας που στεγάζεται στις Βρυξέλλες.
Το γερμανικό πόπολο έκανε το λάθος να εκφράσει την ανασφάλειά του για πράγματα όπως η εθνική ταυτότητα, η πολιτισμική συνέχεια και συνοχή. Όπως μας ενημέρωσαν τα ΜΜΕ και όπως επιβεβαίωσαν τα στελέχη της πολιτικής τάξης, αυτοί οι φόβοι είναι εντελώς ανεδαφικοί. Στις καλύτερες των περιπτώσεων, αυτοί οι φόβοι μαρτυρούν παντελή άγνοια, γενικώς βέβαια απλά μαρτυρούν ξενοφοβία και ρατσισμό.
Οι Γερμανοί έκαναν το λάθος να μην πειθαρχήσουν. Όλοι θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι πραγματικά Γερμανοί, όταν κάνουν ένα τέτοιο λάθος. Εξυπακούεται, όμως, ότι, όπως και όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι, επιβάλλεται να επιλέγουν μεταξύ των ενδεδειγμένων και προ-εγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.
Για το πολιτικό κατεστημένο, οι γερμανικές εκλογές της προηγούμενης Κυριακής κατέδειξαν για πολλοστή φορά τις «αδυναμίες» της πολιτικής, όταν αυτή διεξάγεται σε εθνικό επίπεδο. Γι’ αυτό, βέβαια, εκείνο που «αποδεικνύεται» και από τις γερμανικές εκλογές είναι η «ανάγκη για περισσότερη Ευρώπη».
Μακριά από τους υπηκόους, οι πεφωτισμένες ελίτ έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν ελεύθερα, χωρίς περιττές και αβέβαιες διαδικασίες, όπως οι εκλογικές αναμετρήσεις, για το ποια Ευρώπη θέλουν. Και όταν το πόπολο και οι εκπρόσωποί του αντιδρούν, όπως συνέβη πρόσφατα στην Πολωνία και την Ουγγαρία, τότε τα αρμόδια όργανα της «κοινότητας» αναλαμβάνουν να εκπαιδεύσουν τους ιθαγενείς στο ενδεδειγμένο και προ-εγκεκριμένο φάσμα πολιτικών επιλογών. Με το δόγμα «της περισσότερης Ευρώπης» οι πεφωτισμένες ελίτ δεν θέλουν να καταργήσουν τις εθνικές εκλογές, απλά να τις κάνουν εντελώς εθιμοτυπικές. Οι επόμενοι μήνες θα ξοδευτούν έτσι ώστε οι εκλογές της προηγούμενης Κυριακής να ήταν σαν να μην έγιναν ποτέ.

| Άρθρο του Ναπολέων Λιναρδάτου

Η κα Κλίντον κέρδισε σε εθνικό επίπεδο με διαφορά τριών εκατομμυρίων ψήφων. Βέβαια αυτή η διαφορά προήλθε από το γεγονός ότι η κα Κλίντον και το επιτελείο προς στο τέλος της προεκλογικής εκστρατείας ήταν σίγουροι ότι είχαν κερδίσει τις εκλογές. Έτσι αποφάσισαν να χαλάσουν αρκετά εκατομμύρια για να αυξήσουν τον αριθμό των ψήφων σε πολιτείες που σίγουρα θα κέρδιζαν. Το έκαναν αυτό γιατί ο μόνος φόβος που είχαν ήταν ότι το μόνο που υπήρχε περίπτωση να κερδίσει ο Trump ήταν ο αριθμός ψήφων, αλλά σίγουρα θα έχανε στο κολλέγιο των εκλεκτόρων.

Τα γεγονότα όμως εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά. Πιο συγκεκριμένα, το ακριβώς αντίθετο συνέβη. Θα περίμενε κάποιος ότι στο νέο βιβλίο της Χίλαρι Κλίντον θα είχε γίνει έστω και μια τυπική προσπάθεια να εξηγηθούν γεγονότα όπως το παραπάνω.  Ένα βιβλίο που θα εμπεριείχε μια ισχυρή δόσης αυτοκριτικής θα είχε αρκετό ενδιαφέρον. Έστω ένα βιβλίο που θα προσπαθούσε να εξηγήσει με κάποια ψήγματα αυτογνωσίας  πως η κα Κλίντον έχασε από έναν ανίδεο, χυδαίο και γενικώς ανίκανο αντίπαλο θα είχε κάποιο ενδιαφέρον.

Αν θέλει κάποιος καλύτερα να κατανοήσει το φαινόμενο Χίλαρι Κλίντον, το βιβλίο Shattered των Άλεν και Παρνς, φιλικά προσκείμενων δημοσιογράφων, δίνει μια πολύ πιο ρεαλιστική εικόνα. Η κα Κλίντον όχι μόνο είχε αποτύχει ως πρώτη κυρία, ως γερουσιαστής και ως υπουργός εξωτερικών, αλλά ακόμα και ως υποψήφια για πρόεδρος ήταν εξίσου ανίκανη. Τουλάχιστον καθεστωτικές υποψηφιότητες έχουν συνήθως το προτέρημα να λειτουργούν αποτελεσματικά σε προεκλογικές εκστρατείες, έστω και αν δεν τα καταφέρνουν στην διοίκηση του κράτους. 

Η κα Κλίντον δημιούργησε ένα εκλογικό επιτελείο αποτελούμενο από ανθρώπους που το κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν μια ισχυρή κλίση στο να συμφωνούν πάντοτε με τη κα Κλίντον. Ήταν μια ομάδα που ποτέ δεν μπόρεσε να δημιουργήσει ένα ξεκάθαρο μήνυμα, να βάλει συγκεκριμένους στόχους και να καταλάβει το εκλογικό κοινό. Ήταν μια διογκωμένη, χαοτική και πανάκριβη γραφειοκρατία που κατάφερε να χάσει μια σχεδόν σίγουρη εκλογική νίκη.

Το πρώτο λάθος της κας Κλίντον ήταν που θέλησε να είναι υποψήφια, μια άχρωμη γεμάτη κλισέ προσωπικότητα,  με μια  μακρόχρονη πολιτική καριέρα που το μόνο που είχε να επιδείξει ήταν σκάνδαλα και πολλές λανθασμένες επιλογές. Το δεύτερο λάθος ήταν που προσπάθησε να διοικήσει ένα εκλογικό επιτελείο με το ίδιο τρόπο που διοικούσε στο κράτος. Η κα Κλίντον ανήκει στην μεγάλη κατηγορία των πολιτικών που αν και δεν έχουν επιδείξει καμία ουσιαστική ικανότητα, η κατοχή της υψηλής πολιτικής θέσης υποτίθεται ότι αυτομάτως αποδεικνύει την ηθική και διοικητική υπεροχή τους. 

 

| Άρθρο του Ναπολέων Λιναρδάτου

Λέγεται ότι το ωφέλημα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ θα είναι πως επιτέλους ως έθνος θα μας δώσει την ευκαιρία να ξεφορτωθούμε την 40χρόνη ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς. Επιτέλους, μετά από δεκαετίες μια πολιτική κυριαρχία φτάνει στο τέλος της και μαζί της το τέλος μιας μακρόχρονης οικονομικής κρίσης. Μια τέτοια εξέλιξη προφανώς θα ήταν η πιο θετική είδηση των τελευταίων δεκαετιών, το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Αν περίμενες την έλευση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία για να καταρρεύσει η κυριαρχία της αριστεράς, αυτό σημαίνει ότι πιστεύεις πως αυτή η κυριαρχία ήταν αποτέλεσμα της δράσης και ιδεολογικής επιρροής μιας δράκας ανθρώπων στα άκρα του πολιτικού συστήματος. Όμως η κυριαρχία της αριστεράς δεν θα ήταν κυριαρχία αν δεν είχε επικρατήσει σε όλους τους μεταπολιτευτικούς σχηματισμούς. Ο κρατισμός, ο πόλεμος στις παραδοσιακές αξίες, το έθνος και την θρησκεία έγιναν τα κοινά χαρακτηριστικά όλων των κομμάτων. Η διαφοροποίηση δεν ήταν μεταξύ αυτών που υπερασπίζονταν και αυτών που αντιτάχθηκαν σ’ αυτή την κυριαρχία. Η πολιτικές διαφοροποιήσεις είχαν πολύ περισσότερο να κάνουν απλά με το βαθμό αφομοίωσης  του αριστερού δόγματος.

Το θέμα είναι μετά από επτά χρόνια κρίσης οι πολιτικοί σχηματισμοί που δημιουργήσαν την κρίση δεν φαίνεται να έχουν ωριμάσει. Εξάλλου, αν πραγματικά είχαν αλλάξει δεν θα βρισκόμασταν τώρα στο έβδομο έτος μιας οικονομικής χρεοκοπίας. Η πολιτική τάξη το μόνο που έχει προσπαθήσει είναι να διατηρήσει όσο περισσότερα από τα δικά της κεκτημένα. Γενικώς, «δεν έμαθαν τίποτε, δεν ξέχασαν τίποτε.» Ο κυρίαρχος, παντοδύναμος και πανταχού παρών ρόλος του κράτους στην οικονομία όχι μόνο δεν υποχώρησε, αλλά τα χρόνια της κρίσης έχει γίνει ακόμα πιο ουσιαστικός. Το ελληνικό κράτος είναι το ίδιο παρεμβατικό όπως στον παρελθόν, με μόνη διαφορά ότι τώρα φορολογεί τον Έλληνα πολίτη πολύ περισσότερο.

Αν μετά τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ γίνει αξιωματική αντιπολίτευση, ή, αν ακόμη καταρρεύσει εκλογικά, αυτό δεν μας λέει και πολλά για την πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία της αριστεράς.  Το πρόβλημα μας είναι ότι έχουμε μια πολιτική τάξη η οποία είναι σε μια κατάσταση πλήρους άρνησης της πραγματικότητας. Αν αυτό σας φαίνεται ως μια κάπως ακραία διαπίστωση, δεν έχετε παρά να ακούσετε στο ραδιόφωνο ή να δείτε στην τηλεόραση κάποιο βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας να χαρακτηρίζει το όργιο φορομπηξίας της κυβέρνησης ως «δεξιά στροφή» και «ανάλγητο νεοφιλελευθερισμό.» Μετά από τις επόμενες εκλογές και την εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, δεν θα πάρει και πολύ καιρό να δούμε τους εργατοπατέρες του έθνους ξανά στους δρόμους εναντίον των ελάχιστων μεταρρυθμίσεων που ίσως αποτολμήσει η επόμενη κυβέρνηση. Τότε, να προσέξετε την αντίδραση συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης, και τότε θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι η κατάρρευση της αριστεράς στην Ελλάδα είναι απλά ένας μύθος.

| 'Αρθρο του Ναπολέων Λιναρδάτου

Ο Κωσταντίνος Μητσοτάκης ήταν ο καλύτερος πρωθυπουργός της μεταπολίτευσης. ‘Όταν όλοι οι πολιτικοί μιλούν στους Έλληνες σαν να είναι μικρά κακομαθημένα παιδιά, ο Κωσταντίνος Μητσοτάκης προσπάθησε να απευθυνθεί σε σοβαρούς ενήλικες. Πράγμα δύσκολο και πολιτικά αυτοκαταστροφικό, όπως απέδειξαν οι εκλογές του 1993. Εξάλλου το μόνο που αποκόμισαν τα πολιτικά στελέχη της ΝΔ από τις εκλογές του 93 ήταν ότι ποτέ ξανά δεν θα πρέπει να έχουν ένα αρχηγό σαν το Κωνσταντίνο Μητσοτάκη που θα έχει το θάρρος να πει αλήθειες στους Έλληνες πολίτες. Η περίοδος της βαθιάς πασοκοποίησης της λεγόμενης συντηρητικής παράταξης είχε αρχίσει.

Ο Κωσταντίνος Μητσοτάκης είχε έναν ενστικτώδη και φυσικό συντηρητισμό. Του έβγαινε γλωσσικά, με φράσεις όπως «και γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε». Η αγάπη του και η σχέση του με την Κρήτη, ιδιαίτερα ντεμοντέ για τους μετά-μοντέρνους καιρούς μας, ήταν άλλο ένα στοιχείο αυτού του ενστικτώδους συντηρητισμού. Η προσήλωση του στην απλή λογική, πέρα από φθηνούς συναισθηματισμούς και πολιτικές κορώνες, ήδη από την δεκαετία του 80 τον είχαν κατατάξει σε μια υπό εξαφάνιση τάξη πολιτικών. Ο Κωσταντίνος Μητσοτάκης ήταν πολιτικά ένα ξένο σώμα την εποχή που πρωταγωνίστησε πολιτικά.

Οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη της περιόδου 1990-93 έκαναν περισσότερες και καλύτερες μεταρρυθμίσεις από ότι οι μνημονιακές κυβερνήσεις σε μια περισσότερο από διπλάσια χρονική περίοδο. Παρέδωσε το κράτος με λιγότερους δημόσιους υπαλλήλους από ότι το παρέλαβε, έφερε την ιδιωτική τηλεφωνία την εποχή που έπρεπε να έχεις μέσον στο ΟΤΕ για να αποκτήσεις γραμμή, έκανε δεκάδες ιδιωτικοποιήσεις, και εκκαθαρίσεις. Μείωσε δραστικά το έλλειμα και τον πληθωρισμό. Έγινε η απόπειρα να αποκρατικοποιηθούν οι αστικές συγκοινωνίες με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το φαινόμενο των Κολλάδων. Τα μονοπώλια του ΟΤΕ και της ΔΕΗ οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη δεν πρόλαβαν να σπάσουν, κάτι που έφερε μια μεγάλη ανακούφιση στα κρατικοδίαιτα συμφέροντα.

Αν κάποιος μπορεί να κριθεί από τους εχθρούς που δημιούργησε, τότε ο Κωσταντίνος Μητσοτάκης ήταν ένας αξιόλογος άνθρωπος και πολιτικός. Αν ποτέ βρούμε το δρόμο προς την έξοδο από την σημερινή κρίση, θα είναι όταν μια σημαντική μερίδα των Ελλήνων μετανιώσει που ποτέ δεν τον ψήφισε. Οι πολιτικοί μας, ιδιαίτερα τα χρόνια της κρίσης, πολλές φορές αντιπροσωπεύουν τον χειρότερο μας εαυτό, βλέπε Γιώργο Παπανδρέου και Αλέξη Τσίπρα. Ο Κωσταντίνος Μητσοτάκης αντιπροσώπευε κάτι καλύτερο του μέσου όρου. Πόσα περισσότερα θα μπορούσε να είχε καταφέρει αν εμείς ήμασταν κάπως καλύτεροι. Η θλίψη δεν είναι μόνο για τον θάνατο του, αλλά και για την ευκαιρία που μας έδωσε και εμείς χάσαμε. Θλίψη, «και γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε».

| Άρθρο του Ναπολέων Λιναρδάτου

Τραπεζίτης

Μετά από την μήνυση που κατέθεσε ο κ. Δημητράς εναντίον της κας Σώτης Τριανταφύλλου, θυμήθηκα ένα πρόσφατο άρθρο, στο Claremont Review of Books, για την πολιτική ορθότητα. Γράφει ο Angelo M. Codevilla, «η επιβολή της πολιτικής ορθότητας δεν έχει ένα τελικό στάδιο, γιατί το να αισθάνεσαι καλύτερα για τον εαυτό σου ομολογώντας τις αμαρτίες άλλων ανθρώπων, ταπεινώνοντάς και πληγώνοντάς τους, είναι μια εθιστική ηδονή. Όσο περισσότερο ενοχή βρίσκω σε εσένα, τόσο πιο ενάρετος είμαι εγώ. Όσο περισσότερο αμαρτωλός είσαι, τόσο πιο ισχυρή η θέση μου και η εξουσία μου να σου επιβληθώ.»

Το 2013 με αφορμή τη επιβολή νόμου λογοκρισίας, είχα γράψει για το «τι είδος ανθρώπου πρέπει να είναι κάποιος που εθελοντικά ρουφιανεύει στο κράτος συμπολίτες του, μόνο και μόνο επειδή οι απόψεις τους δεν του είναι αρεστές.» Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι ένα βασικό κριτήριο για να κρίνει κάποιος την φύση και την ποιότητα ενός νόμου, είναι να εξετάσει το είδος του πολίτη που ο νόμος προϋποθέτει για την εφαρμογή του. Στην περίπτωση των νόμων λογοκρισίας, τα πράγματα είναι κάτι περισσότερο από ξεκάθαρα. Οι νόμοι λογοκρισίας προϋποθέτουν για την εφαρμογή τους άτομα σαν τον κ. Δημητρά. 

Ο κ. Δημητράς έχει επίσης μηνύσει την δημοσιογράφο Λώρη Κέζα, γιατί τόλμησε να γράψει στο «Βήμα» για την καταπίεση των γυναικών στο μουσουλμανικό κόσμο. Την ΠΑΕ Ολυμπιακός, επειδή σε ανακοίνωσή της χαρακτήρισε τον ομογενή πρόεδρο της ΠΑΕ ΠΑΟΚ, Ιβάν Σαββίδη "φιλοξενούμενο". Την "Ανωτάτη Συνομοσπονδία Πολυτέκνων Ελλάδος," επειδή τάχθηκε εναντίον του Συμφώνου Συμβίωσης. Κάπου στις 34 μηνύσεις έχει στο ενεργητικό τον τελευταίο καιρό ο κ. Δημητράς. 

Το θέμα εδώ είναι τι οδηγεί ένα άτομο να αποφασίσει να γίνει ο ιερός εξεταστής των πολιτικών απόψεων των συμπολιτών του. Ποιο είναι το κόμπλεξ ηθικής ανωτερότητας που σου επιτρέπει να ρουφιανεύεις στο κράτος πολίτες όχι για παράνομες πράξεις, αλλά για ιδέες που τόλμησαν να γράψουν ή να εκστομίσουν; 

Το πρώτο πρόβλημα με τους νόμους λογοκρισίας είναι ότι δίνουν στο κράτος την εξουσία να αστυνομεύει την σκέψη των πολιτών, πράγμα ανεπίτρεπτο για μια κοινωνία που θέλει να είναι δημοκρατική και φιλελεύθερη. Το δεύτερο πρόβλημα με τους νόμους λογοκρισίας, είναι ότι δίνουν σε άτομα εξουσιομανή και αυταρχικά δημόσιο ρόλο κατήγορου και εξεταστή συνειδήσεων. Οι χειρότεροι εξ ημών γίνονται οι κριτές των πάντων, εξασκώντας τα πιο οικτρά και επικίνδυνα ένστικτα του ανθρώπινου είδους.

Σελίδα 1 από 2

ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ

 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ